Είμαι η Κούβα
ΣΥΝΟΨΗ
Η ταινία αποτελείται από τέσσερις αυτοτελείς ιστορίες που εκτυλίσσονται στην Κούβα λίγο πριν και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Μέσα από μια νεαρή γυναίκα που αναγκάζεται να εκδίδεται για να επιβιώσει, έναν φτωχό αγρότη που χάνει τη γη του, έναν φοιτητή που συμμετέχει στην αντίσταση και έναν ηλικιωμένο αγρότη που παίρνει τα όπλα, παρουσιάζεται η κοινωνική αδικία και η καταπίεση της Κούβας πριν από την ανατροπή του καθεστώτος Μπατίστα.
- Πρωτότυπος τίτλοςSoy Cuba (I Am Cuba)
- Έτος παραγωγής1964
- ΕίδοςΣπονδυλωτό δράμα με 4 ιστορίες
- Χώρα παραγωγήςΚούβα, Ε.Σ.Σ.Δ.
- ΓλώσσαΙσπανικά, Αγγλικά, Ρωσικά
- Διάρκεια141′
- ΣκηνοθεσίαMikhail Kalatozov
- ΣενάριοEnrique Pineda Barnet, Yevgeny Yevtushenko
- ΗθοποιοίSergio Corrieri, Salvador Wood, José Gallardo, Raúl García, Luz María Collazo, Jean Bouise
- ΦωτογραφίαSergei Urusevsky
- ΜουσικήCarlos Fariñas
Συνδρ/τές ΚΙΝΛΕΡ:  3€
Μαθητές:  3€
Φοιτητές:  3€
Άνεργοι:  3€
Η προβολή της ταινίας θα γίνει με υπότιτλους στα ελληνικά.
Κατά τη διάρκεια της προβολής θα υπάρχει κουτί οικονομικής ενίσχυσης για τη στήριξη του κουβανικού λαού.
ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ - ΧΟΡΗΓΙΑ
Η προβολή πραγματοποιείται σε συνεργασία της Κινηματογραφικής Λέσχης Ρεθύμνου με την εταιρεία διανομής ταινιών New Star, στο πλαίσιο των δράσεων «Η Κούβα δεν είναι μόνη», με σκοπό την εκδήλωση αλληλεγγύης και την υποστήριξη του δοκιμαζόμενου λαού της Κούβας.
ΣΧΟΛΙΑ - ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
Το 'Soy Cuba' δεν είναι μια συμβατική ιστορική αφήγηση, αλλά ένα κινηματογραφικό ποίημα για τη φτώχεια, την εκμετάλλευση και την επανάσταση. Η ίδια η Κούβα λειτουργεί ως αφηγήτρια, σαν μια χώρα που παρακολουθεί τον πόνο των κατοίκων της και σταδιακά οδηγείται στην εξέγερση.
Η ταινία είναι εντυπωσιακή κυρίως για την τολμηρή κινηματογραφική της γλώσσα: μεγάλα πλάνα σε συνεχή κίνηση, ασυνήθιστες γωνίες λήψης και σκηνές που μοιάζουν να αψηφούν τους φυσικούς περιορισμούς της κάμερας. Παρά την έντονα ιδεολογική της ματιά, η οπτική της δύναμη ξεπερνά τα όρια της πολιτικής αφήγησης και την καθιστά ένα από τα πιο ξεχωριστά επιτεύγματα του παγκόσμιου κινηματογράφου.
Πρόκειται για μια ταινία που αξίζει να προσεγγιστεί ταυτόχρονα ως πολιτικό έργο, κινηματογραφικό πείραμα και οπτικό ποίημα. Γυρίστηκε λίγο μετά την Κουβανική Επανάσταση, με τη συνεργασία των κινηματογραφικών βιομηχανιών της Κούβας και της Σοβιετικής Ένωσης. Στόχος της ήταν να αναδείξει τις κοινωνικές αδικίες της προεπαναστατικής Κούβας και να παρουσιάσει την επανάσταση ως ιστορική αναγκαιότητα. Ωστόσο, η ταινία έχει αποκτήσει διαχρονική αξία κυρίως χάρη στον τρόπο με τον οποίο μετατρέπει αυτή την πολιτική θέση σε καθαρά κινηματογραφική εμπειρία.
Η ταινία έχει σαφή ιδεολογική θέση: η προεπαναστατική Κούβα παρουσιάζεται ως χώρα υποταγμένη στην οικονομική εκμετάλλευση, στη διαφθορά και στην αμερικανική επιρροή, ενώ η επανάσταση εμφανίζεται ως η αναπόφευκτη οδός προς την απελευθέρωση. Η αφήγηση, επομένως, δεν είναι ουδέτερη ιστορική καταγραφή. Επιλέγει εικόνες και δραματικές καταστάσεις που ενισχύουν μια συγκεκριμένη πολιτική ερμηνεία.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία είναι ότι η Κούβα παρουσιάζεται σχεδόν σαν ζωντανό πρόσωπο που μιλά για τον εαυτό του. Η φωνή της χώρας συνοδεύει ιστορίες ανθρώπων που βιώνουν τη φτώχεια, την εκμετάλλευση, την κοινωνική ανισότητα και την πολιτική καταπίεση. Η αφήγηση οργανώνεται σε τέσσερα επεισόδια, τα οποία δεν λειτουργούν απλώς ως ανεξάρτητες ιστορίες. Σταδιακά, η ταινία μετακινείται από την ατομική δυστυχία προς τη συλλογική εξέγερση. Η πορεία αυτή εκφράζει την επαναστατική αντίληψη της εποχής: οι προσωπικές τραγωδίες δεν είναι μεμονωμένες, αλλά συμπτώματα ενός κοινωνικού συστήματος. Η επιλογή αυτή έχει δύναμη, αλλά και έναν περιορισμό: οι χαρακτήρες συχνά μοιάζουν να υπηρετούν ένα ιδεολογικό επιχείρημα περισσότερο από όσο αναπτύσσονται ως σύνθετοι, αντιφατικοί άνθρωποι.
Η φωτογραφία του Ουρουσέφσκι δεν περιορίζεται στο να καταγράψει τη δράση. Η ίδια η κίνηση της κάμερας γίνεται δράση, συναίσθημα και πολιτικό σχόλιο. Η κάμερα διασχίζει χώρους, ανεβαίνει και κατεβαίνει ορόφους, περνά ανάμεσα σε ανθρώπους και μοιάζει να κινείται χωρίς τους φυσικούς περιορισμούς μιας συνηθισμένης κινηματογραφικής μηχανής. Οι μεγάλες, συνεχόμενες λήψεις δημιουργούν την εντύπωση ότι ο θεατής δεν παρακολουθεί απλώς τα γεγονότα, αλλά βρίσκεται μέσα τους.
Δύο σκηνές ξεχωρίζουν ιδιαίτερα:
- Η σκηνή στην πισίνα: Η κάμερα ξεκινά από μια πολυτελή ταράτσα στην Αβάνα, κινείται ανάμεσα στους παρευρισκόμενους και καταλήγει κάτω από το νερό. Η τεχνική επίδειξη συνδέεται με την κοινωνική αντίθεση ανάμεσα στον τουριστικό πλούτο και τη φτώχεια της χώρας.
- Η κηδεία του φοιτητή: Η κάμερα ακολουθεί την πομπή, ανεβαίνει ανάμεσα στα μπαλκόνια, περνά από ένα εργοστάσιο πούρων και επιστρέφει στη μεγάλη συγκέντρωση του πλήθους. Η ατομική απώλεια μετατρέπεται οπτικά σε συλλογικό γεγονός και σύμβολο αντίστασης.
Το εντυπωσιακό είναι ότι αυτά επιτεύχθηκαν το 1963, πριν από την καθιέρωση σύγχρονων συστημάτων σταθεροποίησης της κάμερας. Οι κινήσεις ήταν αποτέλεσμα προσεκτικού σχεδιασμού, χορογραφίας και τεχνικής επινοητικότητας, όχι απλώς αυτοσχεδιασμού.
Όμως ο σκηνοθέτης Καλατόζοφ δεν αρκείται σε μια απλή εικονογράφηση πολιτικών συνθημάτων. Η σκηνοθεσία του είναι τόσο εκφραστική και τολμηρή, ώστε το έργο αποκτά μια αυτονομία που ξεπερνά το αρχικό ιδεολογικό του μήνυμα.
Η ταινία δεν επιδιώκει πάντοτε τον ρεαλισμό. Οι ερμηνείες είναι συχνά έντονες, οι συμβολισμοί εμφανείς και τα συναισθήματα παρουσιάζονται με σχεδόν τελετουργικό τρόπο. Οι χαρακτήρες λειτουργούν κάποιες φορές ως προσωποποιήσεις κοινωνικών τάξεων ή πολιτικών θέσεων.
Αυτό μπορεί να κάνει ορισμένα σημεία να φαίνονται υπερβολικά ή σχηματικά στον σημερινό θεατή. Η πλοκή δεν έχει την ίδια δύναμη σε όλα τα επεισόδια και η τεχνική αρτιότητα δεν συνοδεύεται πάντοτε από αντίστοιχη δραματουργική πολυπλοκότητα. Ωστόσο, αυτή η υπερβολή αποτελεί και μέρος της ταυτότητάς της. Το 'Soy Cuba' δεν θέλει απλώς να μας πείσει ότι η επανάσταση είναι δίκαιη· θέλει να μας κάνει να τη νιώσουμε ως μια ιστορική έκρηξη. Η εικόνα προηγείται συχνά της λογικής επιχειρηματολογίας.
Αρχικά η ταινία δεν είχε την αναμενόμενη απήχηση στην Κούβα και τη Σοβιετική Ένωση. Δεκαετίες αργότερα, η ταινία επανεκτιμήθηκε διεθνώς, ιδίως χάρη στην προβολή της στη Βόρεια Αμερική τη δεκαετία του 1990 και στο ενδιαφέρον σκηνοθετών όπως ο Μάρτιν Σκορσέζε και ο Φράνσις Φορντ Κόπολα. Η ανακάλυψή της ανέδειξε το έργο ως ένα από τα πιο τολμηρά οπτικά πειράματα του παγκόσμιου κινηματογράφου.
TRIVIA ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ
- Ο σκηνοθέτης είχε ήδη κερδίσει τον Χρυσό Φοίνικα. Ο Μιχαήλ Καλατόζοφ είχε κερδίσει τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες το 1958 για την ταινία The Cranes Are Flying («Όταν πετούν οι γερανοί»). Επομένως, το Soy Cuba ήταν δημιούργημα ενός ήδη διεθνώς αναγνωρισμένου σκηνοθέτη.
- Η κάμερα βουτά κυριολεκτικά στην πισίνα. Σε μία από τις διασημότερες σκηνές, η κάμερα ξεκινά από την ταράτσα ενός ξενοδοχείου, κατεβαίνει κατά μήκος του κτιρίου και καταλήγει κάτω από το νερό της πισίνας. Χρησιμοποιήθηκε ειδική στεγανή κατασκευή και ένα υλικό καθαρισμού φακών που προερχόταν από τεχνολογία περισκοπίων υποβρυχίων, ώστε να απομακρύνονται οι σταγόνες.
- Το «πέταγμα» της κάμερας στην κηδεία. Η κάμερα ακολουθεί μια κηδεία, ανεβαίνει αρκετούς ορόφους, περνά μέσα από παράθυρο σε εργοστάσιο πούρων και βγαίνει ξανά στον δρόμο. Το εντυπωσιακό είναι ότι η κίνηση μοιάζει με αδύνατη πτήση, ενώ πραγματοποιήθηκε με πραγματική μηχανική κατασκευή, καλώδια και εξαιρετικά προσεκτικό συντονισμό του συνεργείου.
- Τα δέντρα μοιάζουν σχεδόν λευκά. Σε ορισμένες σκηνές χρησιμοποιήθηκε υπέρυθρο κινηματογραφικό φιλμ, το οποίο είχε αποκτηθεί μέσω σοβιετικών στρατιωτικών πηγών. Το αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικά έντονη αντίθεση: η βλάστηση φαίνεται σχεδόν ασημένια ή λευκή και ο ουρανός πολύ σκοτεινός. Έτσι, η Κούβα αποκτά μια παράξενη, σχεδόν εξωπραγματική όψη.
- Χωρίς steadicam και χωρίς drones! Η ταινία γυρίστηκε πριν εμφανιστεί η steadicam, το σύστημα που επέτρεψε αργότερα ομαλές κινήσεις της κάμερας πάνω στον κινηματογραφιστή. Ο χειριστής Αλεξάντερ «Σάσα» Καλτσάτι και το συνεργείο επινόησαν αυτοσχέδιες λύσεις με καλώδια, ιμάντες και ειδικές κατασκευές. Σύμφωνα με δημοσίευμα για την επανεκτίμηση της ταινίας, περίπου το 97% γυρίστηκε με κάμερα στο χέρι.
- Η επανάσταση ήταν ακόμη πρόσφατη μνήμη. Η παραγωγή ξεκίνησε το 1963, μόλις λίγα χρόνια μετά την επανάσταση του 1959. Το ιστορικό περιβάλλον ήταν ιδιαίτερα τεταμένο, με την κρίση των πυραύλων της Κούβας να έχει προηγηθεί το 1962. Η ταινία δεν ήταν, λοιπόν, μια αποστασιοποιημένη αναδρομή πολλών δεκαετιών αργότερα, αλλά έργο που δημιουργήθηκε μέσα στη μετεπαναστατική εποχή.
- Η παραγωγή διήρκεσε περίπου 14 μήνες. Τα γυρίσματα ήταν ιδιαίτερα απαιτητικά, λόγω του τροπικού κλίματος, των τεχνικών δυσκολιών και του εμπάργκο που δυσχέραινε την προμήθεια ανταλλακτικών. Η ομάδα έπρεπε συχνά να επινοεί λύσεις αντί να περιμένει καινούριο εξοπλισμό.
- Δεν άρεσε όσο θα περίμεναν οι χρηματοδότες της. Παρότι η ταινία δημιουργήθηκε για να προβάλει τα ιδανικά της Κουβανικής Επανάστασης, δεν έγινε η επιτυχία που προσδοκούσαν οι δημιουργοί και οι δύο χώρες. Η σοβιετική πλευρά θεωρούσε ότι έδινε υπερβολική έμφαση στην καλλιτεχνική φόρμα, ενώ στην Κούβα υπήρχαν αντιρρήσεις για το κατά πόσο απεικόνιζε πιστά την πραγματικότητα της επανάστασης.
- Ο Μάρτιν Σκορσέζε και ο Φράνσις Φορντ Κόπολα βοήθησαν να ανακαλυφθεί ξανά. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 η ταινία επανεμφανίστηκε σε φεστιβάλ, αφού είχε μείνει σχεδόν άγνωστη για δεκαετίες. Ο Σκορσέζε και ο Κόπολα υποστήριξαν την αμερικανική διανομή της το 1995, βοηθώντας να γνωρίσει ένα νέο διεθνές κοινό.
- Από σχεδόν ξεχασμένη ταινία σε σημείο αναφοράς της κινηματογραφικής φωτογραφίας. Η σημερινή φήμη της οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην επανεκτίμηση των τεχνικών της επιτευγμάτων. Η ταινία έχει αποκατασταθεί ψηφιακά σε 4K, ώστε να αναδειχθούν οι λεπτομέρειες της ασπρόμαυρης εικόνας και οι σύνθετες κινήσεις της κάμερας.
- Η ειρωνική πλευρά της ιστορίας. Μια ταινία που προοριζόταν να λειτουργήσει ως ύμνος στην επανάσταση έγινε τελικά διάσημη κυρίως για την κινηματογραφική της γλώσσα. Η αρχική πολιτική της αποστολή δεν εξαφανίστηκε, αλλά η μεταγενέστερη αναγνώρισή της αφορά κυρίως το πώς η κάμερα αψηφά τους φυσικούς περιορισμούς του χώρου και μετατρέπει την εικόνα σε εμπειρία. Αξίζει να επισημανθεί ότι, όταν γυρίστηκε το Soy Cuba, οι θεατές δεν είχαν τρόπο να γνωρίζουν πως ορισμένες από αυτές τις λήψεις θα συζητούνταν ακόμη ως τεχνικά επιτεύγματα εξήντα χρόνια αργότερα.
ΒΡΑΒΕΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ
Η ταινία απέσπασε 2 βραβεία και συγκέντρωσε 1 υποψηφιότητα σε διάφορα φεστιβάλ κινηματογράφου ανά τον κόσμο.











